«ουδέ αίμα μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη την αμαρτίαν του χωρισμού της Εκκλησίας και της διαιρέσεως, και το να σχίση τινάς την Εκκλησίαν είναι χειρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν» Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Φατρίες ή Σύνοδος;



Κοσμικά παίγνια ενώπιον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου



Η ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως καύχημα και στολίδι την συνοδικότητα, την αρχαιόθεν παραδεδομένη διαδικασία λήψεως αποφάσεων μέσω συνόδων επισκόπων. Εντούτοις, ο συνοδικός θεσμός σε πανορθόδοξο επίπεδο ατόνησε επί μακρόν, λόγω των ιστορικών συγκυριών, ιδίως λόγω της τουρκοκρατίας στην ορθόδοξη Ανατολή. Με την αλλαγή των συνθηκών, με την πύκνωση των επικοινωνιών και την εμβάθυνση στην ορθόδοξη θεολογία, κατέστη φανερή η επιθυμία και το επιβεβλημένο της αναβίωσης του συνοδικού θεσμού και σε πανορθόδοξο επίπεδο, προς ενίσχυση της μαρτυρίας της Εκκλησίας στον κόσμο κατά το «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» [1]. Γι’ αυτό προετοιμάζεται επί πολλές δεκαετίες η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία είναι πλέον πραγματικότητα, όμως κάποιοι στρέφονται με σφοδρότητα εναντίον της, χρησιμοποιώντας προφάσεις και αποκρύπτοντας τα πραγματικά τους ελατήρια. Έτσι, γίναμε τελευταία μάρτυρες σε ένα θλιβερό ξεγύμνωμα μίσους και αντιπαλότητας που οι ιθύνοντες ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ πατριαρχείου επιφυλάσσουν ιδίως για το οικουμενικό πατριαρχείο.


Ο λόγος δυστυχώς αφορά σε εκκλησιαστικούς άνδρες, σε ιεράρχες και ιερείς και η ομολογία αυτή είναι δύσκολη, αλλά επιβεβλημένη. Κάποιοι δεν ανέχονται να παρίστανται οι ίδιοι (ή και κανείς άλλος;) σε σύνοδο που προεδρεύει ο πρωτεύθυνος της ορθοδοξίας, ο οικουμενικός πατριάρχης, δεν συμπαθούν το μαρτυρικό Φανάριον και το κατηγορούν ως ολιγάριθμο ή πνευματικά περιοριζόμενο μόνο εντός Τουρκίας. Δεν αρκούνται σε αυτά, αλλά και δεν ονομάζουν καν «οικουμενικό» το εν λόγω πατριαρχείο, παρά μόνο «Κωνσταντινουπόλεως», παραθεωρώντας ιερούς κανόνες οικουμενικού κύρους, αλλά και αποδίδοντας περίπου ενοχή στον ίδιο τον οικουμενικό πατριάρχη Βαρθολομαίο για τη μαρτυρική κατάσταση της έδρας του. Χαράς ευαγγέλια θα ήταν για τους ίδιους μια οικειοθελής αποχώρηση τού νυν οικουμενικού πατριάρχη από τον σταυρό του, μια προδοσία όσων η Εκκλησία από αιώνων προβλέπει για τη διακονία της πρωτόθρονης Εκκλησίας, μια παραίτηση υπό το βάρος των πιέσεων που αφιλάδελφα του επιφυλάσσουν, ώστε να γίνουν οι ίδιοι «οικουμενικοί», μιας και παρουσιάζονται μόνο αυτοί «τόσο ορθόδοξοι», αλλά και τόσο ισχυροί (κοσμικά)…

Συμπορεύονται ακόμη και με παραεκκλησιαστικούς και σχισματικούς (παλαιοπίστους, παλαιοημερολογίτες, καθηρημένους, ανυπάκουους φατριαστές ιερείς και νεοζηλωτές πάσης φύσεως), οι οποίοι διαθέτουν έτοιμο «κοινό» που τους αποθεώνει, ιστοσελίδες και ιστολόγια (παρα)εκκλησιαστικής ύλης, αρκεί να πλήξουν πρόσωπα και θεσμούς στην Εκκλησία, αρκεί να κατασκευάσουν φανταστικούς κινδύνους, να δειγματίσουν προδότες και κακές προθέσεις ιεραρχών, περιπίπτοντας εν γνώσει τους σε βαρύτατη κατασυκοφάντηση, διαβολή και ιεροκατηγορία. Είναι αρτίως οργανωμένες και δικτυωμένες οι κινήσεις τους σε επικοινωνιακό επίπεδο, διαθέτουν ακόμη και συμβούλους. Φυσικά, μετά την επικοινωνιακή «αποδόμηση αντιπάλων» (ενορχηστρωμένη επιχείρηση ηθικής μείωσης) σειρά έχει η αυτοπροβολή τους, ως «σωτήρες της ορθοδοξίας», φαινόμενο στο οποίο μας έχουν συνηθίσει οι διάφοροι λαοπρόβλητοι «αγωνιστές», παραεκκλησιαστικοί και σχισματικοί, ιδίως στην Ελλάδα. Τη φορά αυτή υπήρξαν αντιδράσεις [2] για την νέο-ζηλωτική εκτροπή, η οποία μοιραία ζημιώνει τους νέο-ζηλωτές στον πιο σημαντικό γι’ αυτούς τομέα: τον επικοινωνιακό.

Τους ενισταμένους στη Σύνοδο ενόχλησε ακόμη και το πώς θα καθίσουν οι συμμετέχοντες στις συνεδρίες της, πώς θα διαταχθούν τα καθίσματα, άλλωστε έδωσαν μόνοι τους στη δημοσιότητα σχετικό επίσημο κείμενο. Ουσιαστικά έδωσαν βαρύτητα στο πώς θα διαμορφωθεί το δημοσιογραφικό «photo opportunity» και δεν ανέχονται να «υφίστανται» υπό την προεδρεία του μισουμένου πατριάρχη. Είναι οι ίδιοι που ζήτησαν την ύπαρξη δεκατεσσάρων (14) «συμπροέδρων» στη Σύνοδο. Γίνεται να μην υποθέσει ο αναγινώσκων (ορθόδοξος, αλλόδοξος, αλλόθρησκος ή άθεος) τέτοια κείμενα περί «καρεκλοθεσίας», ότι οι συντάκτες αυτών ενδιαφέρονται πάρα πολύ για την «ΚΑΡΕΚΛΑ» και την «ΕΙΚΟΝΑ», εις βάρος της ουσίας ή της πνευματικότητας; Είναι οι ίδιοι εκκλησιαστικοί άνδρες που απέρριψαν την τόσο καθοριστική (και όχι μόνο από πλευράς συμβολισμών) διεξαγωγή της Συνόδου στον ιερό ναό της αγίας Ειρήνης Κωνσταντινουπόλεως [3], επικαλούμενοι πολιτικούς λόγους. Κι όμως: το οικουμενικό πατριαρχείο είχε τη συγκατάβαση και την ευελιξία να υποδείξει άλλον τόπο για τη διεξαγωγή, οπότε επελέγη το Κολυμπάρι της Κρήτης.

Οι ίδιοι μετέβησαν πρόσφατα σε κανονικό έδαφος του οικουμενικού πατριαρχείου, συγκεκριμένα στο Άγιο Όρος, επισήμως ως προσκυνητές, ανεπισήμως ως εορταστές κάποιας αμφίβολης «χιλιετίας “εθνικού” μοναχισμού», μάλιστα με τη συνοδεία πολιτικών αρχόντων, και στρατιάς ανδρών ασφαλείας, δημοσιογράφων και πολιτικών αναλυτών, καταστρατηγώντας πολλές από τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη Αγίου Όρους [4] (π.χ. τις σχετικές με την κινηματογράφηση). Ελάχιστες ημέρες μετά και μόλις δύο εβδομάδες πριν την επίσημη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου κατά την εφετινή Πεντηκοστή «έσκασαν» οι ειδήσεις αποχωρήσεων σλαβικών εκκλησιών, διόλου τυχαία. Οι ίδιοι απαίτησαν ομοφωνία για τη σύγκληση της συνόδου και τη λήψη αποφάσεων σε αυτή και το πέτυχαν (σε αντίθεση με την πράξη της Εκκλησίας και το ιεροκανονικό «των πλειόνων η γνώμη κρατείτω»). Πώς τώρα νομίζουν πως μπορεί να αναβληθεί ή να ματαιωθεί η Σύνοδος ΔΙΧΩΣ ΟΜΟΦΩΝΙΑ; Δεν θα είναι οι ίδιοι στη Σύνοδο να υποστηρίξουν τις απόψεις τους επί των κειμένων; Μα γελιούνται εάν πιστεύουν πως οι μεμονωμένες αποχές σε σύνοδο πανορθοδόξως αποφασισμένη θα μείωνε το πανορθόδοξο κύρος των αποφάσεων της Συνόδου. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι πάνω και πέρα από κάθε τοπική εκκλησιαστική σύνοδο και παραμένει τέτοια, ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων Εκκλησιών [5]. Αδιέξοδο για τους ίδιους και το πείσμα τους! Και να ήταν μόνο αυτό; Επιλέγουν όχι μόνο να απέχουν από όσα οι ίδιοι συνοδικά έχουν συμφωνήσει εδώ και πολλές δεκαετίες, αλλά και αφήνουν υποκριτικά να ερμηνεύεται η αποχή τους ως «υπεράσπιση της ενότητας της Εκκλησίας»! Είναι αυτοί που νομίζουν πως έτσι μπορούν να ακυρώσουν κόπους και θυσίες πολλών γενεών ιεραρχών, ιερέων και θεολόγων, είναι οι ίδιοι που προσπαθούν επί ματαίω να αποδείξουν στον κόσμο ότι άνθρωποι (πολιτικά ισχυροί) κατευθύνουν την Εκκλησία και όχι το Άγιο Πνεύμα! Ήδη επιχαίρουν τα ιστολόγια μεμονωμένων φατριαστών ιερέων, νεοζηλωτών και σχισματικών, κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Τι άλλο από ασυνέπεια και έλλειψη σοβαρότητας αποδεικνύουν όσοι νομίζουν πως μπορούν ή πως δικαιούνται να αγνοήσουν τις υπογραφές τους, να δυναμιτίσουν την Σύνοδο και μάλιστα με όψιμες, ανειλικρινείς και παρασκηνιακές κινήσεις; Φρόντισαν να δημιουργήσουν προφάσεις, να χειραγωγήσουν εν κρυπτώ άλλους, να γίνουν υποβολείς κακών, να «βάλουν άλλους μπροστά» και στη συνέχεια να προσποιηθούν πως αυτούς ακολούθησαν. Είναι έτσι το «φέρεσθαι» στην ορθοδοξία;!

Πολύς λόγος έγινε στην Ελλάδα για τη χρήση του όρου «εκκλησία» και πολλά ανεδαφικά και πρωτοφανή ακούστηκαν, πράγμα που δεν έμεινε ανεκμετάλλευτο από τους οψίμως και θορυβωδώς απέχοντες. Η ίδια η ιερά σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, πιθανόν αγόμενη από μειοψηφία καινοφανών νεοζηλωτικών απόψεων, προτίμησε άλλους όρους (π.χ. «κοινότητες») για τις ετερόδοξες εκκλησίες. Οι υπονομευτές της Συνόδου φρόντισαν και να αλλάξουν το όνομα των λέξεων και να αποδώσουν ανύπαρκτες προθέσεις στην μέλλουσα Σύνοδο. Καλύφθηκαν πίσω από το ψέμα πως κάθε αναφορά σε «εκκλησία» εννοεί τη «Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», χρεώνοντας τη Σύνοδο (αλλά και γενεές όλες αγίων και ορθοδόξων θεολόγων) με τη «ρετσινιά» της παράβασης του… δόγματος της ενότητας της Εκκλησίας, όπως θεσπίστηκε από την α’ οικουμενική σύνοδο! Το έωλο της θέσης καθίσταται σαφές, καθώς παραθεωρούν σκοπίμως την γενικευμένη επί αιώνες τεχνική, κυριολεκτική και αρχαιοελληνική χρήση του όρου «Εκκλησία» (terminus technicus) ως «συνάθροιση». Μια ματιά σε θεολογικά συγγράμματα, παλαιά και νέα, αρκεί να βγάλει καθέναν από την εντέχνως δημιουργημένη σύγχυση και διαβολή. Ή έστω, σε σύντομες και απλές επεξηγήσεις στο διαδίκτυο [6]. Οι αρνητές της συνόδου τυχαίνει να είναι μεμονωμένοι και εξωσυνοδικοί, συχνά και ηγέτες προσωποπαγών φατριαστικών αντιεκκλησιαστικών σχημάτων, που καλύπτουν προσωπικές εμπάθειες και επιδιώξεις πίσω από μεγαλόστομα κηρύγματα εναντίον θεολόγων, ιεραρχών και ολοκλήρων τοπικών Εκκλησιών, ένεκα δήθεν «διαφύλαξης της καθαρότητας της κινδυνευούσης πίστεως». Από το στόχαστρό τους δεν ξέφυγαν πρόσωπα αρχιερέων και θεολόγων που με τεκμηριωμένο και νηφάλιο λόγο τοποθετήθηκαν υπέρ της Συνόδου [7].

Οι απέχοντες από τη Σύνοδο και υποκινητές της αντίστοιχης φατρίας και ανταρσίας δεν έχουν τη συνείδηση να αντιληφθούν πως πάμπολλες κινήσεις και επιλογές τους βροντοφωνάζουν πως είναι υποταγμένοι στον εθνικισμό [8] και στην πολιτική ισχύ της χώρας προέλευσής τους. Έτσι δεν ανέχονται να έπονται του πατριαρχείου, στο οποίο η δ’ οικουμενική σύνοδος αποδίδει πρωτεύοντα κανονικά δικαιώματα μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, ισότιμα με τα του πατριαρχείου Ρώμης [9]. Το ότι ο Χριστός διδάσκει ταπείνωση και διακονία του αδελφού [10] (και όχι πρωτοκαθεδρίες) αφήνεται στο περιθώριο. Μήπως είναι λεπτομέρεια ότι η Εκκλησία είναι οικουμενική και ότι ο Χριστός ενηνθρώπησε, δίδαξε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και ανελήφθη για όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους; Είναι λεπτομέρεια ότι ο Χριστός κάλεσε πάντες σε ενότητα [11]; Λεπτομέρεια ότι ο εθνικισμός είναι συνοδικώς καταδικασμένη ΑΙΡΕΣΗ [12];

Οι ίδιοι προκαταβολικά παρουσιάζονται σαν να απαιτούν τελειότητα από τις αποφάσεις που η σύνοδος θα λάβει ή σαν να θέλουν ουσιαστικά να αποφασιστεί ό,τι οι ίδιοι εξωσυνοδικά έχουν προ-αποφασίσει, περιφρονώντας τον συνοδικό θεσμό. Αρνούνται τον διάλογο, αρνούνται την συναπόφαση, αρνούνται τη συμμετοχή σε σύνοδο, ουσιαστικά αποδεικνύουν πως προτιμούν τον μονόλογο, την απομόνωση, την δημιουργία «(παρα)εκκλησιαστικής φατρίας», την γκετοποίηση, την ύψωση διαχωριστικών φραγμών μεταξύ αδελφών. Δυσαρεστήθηκαν που αποφασίστηκε πανορθοδόξως να μετάσχουν 24 επίσκοποι από κάθε Εκκλησία και όχι το σύνολο (θαρρείς και θα ήταν εφικτό κάτι τέτοιο), ακριβώς διότι ήθελαν να «πνίξουν» την Σύνοδο με τις εκατοντάδες επισκόπων που διαθέτουν, καθιστώντας την ουσιαστικά «εθνική» και αυτοεπιβεβαιωτική, οπωσδήποτε όχι πανορθόδοξη, βεβαίως και ούτε καν ορθόδοξη. Οι ίδιοι χλευάζουν τη θεματολογία της Συνόδου ως ανούσια, οι ίδιοι που την περιόρισαν στα γνωστά έξι θέματα. Γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά σιωπούν, για τις ποιμαντικές ανάγκες και τα μεγάλα προβλήματα στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος μαστίζεται από αιματοχυσίες και μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και χαρακτηρίζεται από μίξη πολιτισμών, όχι πάντοτε ειρηνική. Η ιστορία απέδειξε και αποδεικνύει πως η Εκκλησία στο τέλος αποβαίνει νικήτρια, παρότι πολεμείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Και η έσχατη επίθεση στην Εκκλησία από εκκλησιαστικά πρόσωπα θα βγει σε καλό, τόσο γενικά για την Εκκλησία, όσο και ειδικά για το οικουμενικό πατριαρχείο.

Οι ίδιοι έδειχναν επί μακρόν να δυσαρεστούνται με τον επίσημο θεολογικό διάλογο με τις άλλες χριστιανικές εκκλησίες, που πανορθοδόξως έχει αποφασιστεί, αλλά ο πατριάρχης τους συναντήθηκε πρόσφατα με τον ίδιο τον πάπα της Ρώμης, αυτόν που πολλοί για εσωτερική κατανάλωση και άγρα κίβδηλων «αποδεικτικών ορθοδοξίας» ονομάζουν «διάβολο, δικέρατο, καταραμένο» κλπ. Μήπως η Εκκλησία δεν απευθύνεται προς πάντα άνθρωπο; Μήπως ο Κύριος ήλθε να καλέσει μόνο Ιουδαίους στην πίστη [13]; Μήπως το χριστιανικό μήνυμα προορίζεται μόνο για ολίγους και εκλεκτούς («εμάς!»); Μήπως δεν μίλησε ο ίδιος ο Κύριος για «μία ποίμνη και έναν ποιμένα», για την «παραβολή του καλού ποιμένος ή απολωλότος προβάτου» ή μήπως δεν απηύθυνε την προτροπή (και όχι παράκληση) «ίνα πάντες εν ώσι» [11], μάλιστα στην αρχιερατική προσευχή του, την πλέον εναγώνια;

Αυτός που έχει το πνεύμα της αληθείας [14] δεν φοβάται την έκθεση και σύγκριση των απόψεών του, δεν έχει επιφυλάξεις για το διάλογο των ιδεών και δεν δυσανασχετεί εμπρός στην ανοιχτή επικοινωνία με οποιονδήποτε. Όσοι αποφεύγουν τον διάλογο -και μάλιστα με παιδιάστικες προφάσεις- πιθανότατα έχουν κάτι να κρύψουν και φανερότατα παραβαίνουν το έμπρακτο παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος κανέναν δεν απέρριψε και με όλους συνομίλησε [15]. Οι τώρα απέχοντες από τη μεγάλη γιορτή της ενότητας της Εκκλησίας, από αυτή που όλοι περίμεναν και όλοι περιμένουμε, είναι στην πραγματικότητα έμφοβοι πως θα βρεθούν προ των ευθυνών τους, πράγμα που οπωσδήποτε θα συμβεί πολύ σύντομα, καθώς θα φανεί σε όλους τι πρεσβεύουν και ποια τα κίνητρά τους. Ο Θεός φαίνεται πως ευδοκεί να πέσουν οι μάσκες της γνωστής παλιάς ενδο-ορθόδοξης μονότροπης αντιπαλότητας, αυτής που ενέσπειρε διχόνοια και σχίσματα [16] στο Σώμα της αμωμήτου Εκκλησίας μας, αυτής που ανέκαθεν υποσκάπτει τη διορθόδοξη ενότητα, αυτής που συντήρησε και συντηρεί κατασκευασμένους εθνικισμούς από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Νέο Κόσμο.

Εάν αυτή είναι η σημερινή μαρτυρία και κοινή (;) φωνή της Εκκλησίας, πραγματικά πολλοί είναι αυτοί που σκανδαλίζονται. Είναι οι ίδιοι οι όψιμοι απέχοντες από τη Σύνοδο, αλλά και οι ανεπίγνωστοι υποστηρικτές τους, που θα εκτεθούν ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Ποιοι είναι οι έμπρακτοι διασπαστές της ενότητας της Εκκλησίας, αν όχι αυτοί που με εθνικισμούς, μικροπολιτική και μωροφιλοδοξίες καθιστούν αδύνατο ακόμη και το να συναντηθούν επιτέλους, ακόμη και το να καθίσουν σε κοινό τραπέζι όλες οι κεφαλές των πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ακόμη και για να συζητήσουν τελικά επί γνωστών κειμένων, αυτών που συζητούν επί δεκαετίες και που έχουν σχεδόν πλήρως προαποφασίσει τη μορφή τους; Πώς να μην νιώσει ο ενδιαφερόμενος να προσέλθει στην αλήθεια της ορθοδοξίας τον πειρασμό της έλλειψης ορατής ενότητας, ενδεχομένως και της έλλειψης σοβαρότητας, των ορθοδόξων, που δεν τιμούν όσα αποφάσισαν, που δεν ομονοούν και δεν ενώνονται εμπράκτως; Μήπως κάποιοι προσπαθούν εκ των πραγμάτων να αποδείξουν «στους εγγύς και στους μακράν» ότι η ορθοδοξία δεν είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά «πολλές ανεξάρτητες και ασυνεννόητες ορθόδοξες Εκκλησίες», κάτι σαν χαλαρή συνομοσπονδία ασπόνδων εχθρών που λέγονται ορθόδοξοι μόνο ψιλώ ονόματι; Μήπως είναι οι υπονομευτές της Συνόδου αυτοί που θεατρίζουν την Εκκλησία ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ως πεδίο ανταγωνισμών, οι ίδιοι που την παραδίδουν στη χλεύη των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών της; Δεν είναι κτήμα κανενός ανθρώπου η Εκκλησία, για να της συμπεριφέρονται σαν οργάνωση, κόμμα ή όχημα των παθών τους... Δεν θα τους περάσει. Ας όψονται εις ον εξεκέντησαν!

Οι σύνοδοι είναι η φωνή της Εκκλησίας. Σε πείσμα και καταισχύνη των διχαστών , η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ήδη ξεκινά στην Κρήτη [17], οι «κασσάνδρες» διαψεύδονται, η Εκκλησία εορτάζει την ορατή ενότητά της μετά από 1.000 έτη απραξίας. Το οικουμενικό πατριαρχείο, ακόμη και τη δωδεκάτη ώρα, με ταπείνωση και έμπρακτη μέριμνα για την Εκκλησία και το κοινό καλό απευθύνει αδελφική πρόσκληση στους πεισματικά απέχοντες [18]. Οι ευχές των ορθοδόξων από όλον τον κόσμο συνοδεύουν τους από το άγιο Πνεύμα εκλεγμένους ιεράρχες μας, που συνέρχονται εν Συνόδω. Ευχόμαστε καλή φώτιση στους ιεράρχες μας και κάθε εν Θεώ επιτυχία στις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου!


Υποσημειώσεις
[1] Ματθ. κη΄ 19-20
[5] Διευκρινήσεις από τον εκπρόσωπο τύπου της Συνόδου, π. Ιωάννη Χρυσαυγή. Ανάλογα και εδώ:
 [6] ενδεικτικά:
 [7] ενδεικτικά:
Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
Μητροπολίτης Σιατίστης Παύλος http://panorthodoxcemes.blogspot.gr/2016/06/blog-post_633.html
Καθηγητής Αριστείδης Πανώτης
[9] Κανών κη’
[10] ενδεικτικά: «Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος» (Μαρκ. θ’ 35), «Ο μείζων υμών έσται υμών διάκονος. Οστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθ. κγ’ 10-12), «Ο μικρότερος εν πάσιν υμίν υπάρχων ούτος εστί μέγας» (Λουκ. θ’ 48)
[11] «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιωάννη ιζ’ 21)
[12] Μεγάλη σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως, 1872
[13] «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ενι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ενι αρσεν και θήλυ. πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού» (Προς Γαλ. γ’ 28)
[15]: Συνάντηση του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα (Ιωάννη δ’, 5-42)
[16]: Π.χ. ο παλαιοημερολογιτικός πολύποδας στην Ελλάδα, σε αμφότερες τις βασικές εκφάνσεις του κατά τις δεκαετίες ’60 και ‘70, είχε θεσμικοφανή κάλυψη από φορείς του ίδιου εθνικισμού και αντιεκκλησιαστικού παρεμβατισμού
[17]